<

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ ΗΡΩΕΣ-ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΥΜΙΣΕΣ:ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Κατεστραμμένα οχήματα της 181 ΜΠΠ του Ανχη(ΠΒ) Σ.Καλμπουρτζή έξω από το χωριό Συχαρί .



Επιμέλεια: Έρση Δημητριάδου

Σωτήρης Σ. Νικολάου (1951-1974)
Κείμενο: Πέτρος Νικολάου

http://mkp-archive.blogspot.com/
Ο Σωτήρης Νικολάου, που οι φίλοι φώναζαν «Σότο» γιος τους Σωκράτη Νικολάου και της Μερόπης Συμεού Γεωργίου γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1951 στην Κερύνεια. Ήταν το έβδομο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Κερύνειας και συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσια Κερύνειας μέχρι την Γ΄ τάξη.

Στη συνέχεια εργαζόταν στο ηλεκτρομηχανολογικό εργαστήριο του αδελφού του Νίκου στην Λευκωσία.

Κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά το 1969 και υπηρέτησε στο Πυροβολικό.

Από μικρός του άρεσε να μαστορεύει και να κάνει τα δικά του παιγνίδια. Ήταν πολύ δημιουργικός.

Ανοιχτόκαρδος και ευχάριστος χαρακτήρας, ήταν πολύ αγαπητός στους φίλους του.

Διακρίνετο για την εργατικότητα, την τιμιότητα και την αγάπη του στην οικογένεια. Το αγαπημένο του σπορ ήταν η ποδηλασία και το κολύμπι. Αγαπούσε ακόμη και τα σπορ αυτοκίνητα.

Κατά την τουρκική εισβολή κατατάγηκε ως έφεδρος και έζησε όλες τις δραματικές στιγμές της. Στις 23 Ιουλίου 1974 διαφεύγοντας από τον κλοιό των Τούρκων στο Πέλλαπαϊς ενώνεται με την μοίρα Πυροβολικού στην άλλη μεριά του βουνού κοντά στο χωριό Συγχαρί. Εκεί δόθηκε μάχη με τους Τούρκους εισβολείς, που ενεργώντας ύπουλα και παραβιάζοντας την εκεχειρία, επιτέθηκαν στην Μοίρα Πυροβολικού. Σκοτώθηκε σχεδόν δίπλα στον αδελφό του Γιώργο που επίσης έπεσε στην ίδια μάχη πολεμώντας τον τούρκο εισβολέα. Ήταν μόλις 23 χρονών.

Γιώργος Σ. Νικολάου (1953-1974)
Κείμενο: Πέτρος Νικολάου

http://mkp-archive.blogspot.com/
Ο Γιώργος Νικολάου, που οι φίλοι φώναζαν «Κόκο», γιος του Σωκράτη Νικολάου και της Μερόπης Συμεού Γεωργίου γεννήθηκε στην Κερύνεια στις 10 Μαρτίου 1953. Ήταν το όγδοο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας.

Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Κερύνειας και συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Κερύνειας από το οποίο απεφοίτησε το 1971. Κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά και μετά την απόλυση του, το 1973, πηγαίνει για σπουδές αρχιτεκτονικής στη Σχολή Δοξιάδη στην Αθήνα.

Μικρός ήταν στενά συνδεδεμένος με τον αδελφό του Σωτήρη – δύο χρόνια μεγαλύτερο του. Μαζί στα παιγνίδια, στους περιπάτους, στη θάλασσα, στις χαρές και τις λύπες.

Ήταν ήρεμος χαρακτήρας, θαρραλέος και αποφασιστικός. Αγαπητός στους φίλους και τους συμμαθητές του. Αγαπημένο τους σπορ το κολύμπι.

Κατά την Τουρκική εισβολή κατατάσσεται ως έφεδρος και ζει όλες τις δραματικές σκηνές της εισβολής. Φεύγει από τους τελευταίους στρατιώτες από την Κερύνεια στις 22 Ιουλίου και πηγαίνει στο Πέλλαπαϊς.

Στις 23 Ιουλίου 1974, μαζί με τον αδελφό του Σωτήρη και άλλα παλικάρια της Κερύνειας διαφεύγουν από το κλοιό των Τούρκων στο Πέλλαπαϊς. Μετά από δραματική πορεία στα βουνά του Πενταδακτύλου, μαζί με το αγαπημένο αδελφό του Σωτήρη, ενώνονται με τις δικές μας δυνάμεις, την 181 Μοίρα Πυροβολικού στο Συγχαρί. Σε λίγο βρίσκονται περικυκλωμένοι από τους Τούρκους εισβολείς. Στη δραματική μάχη που διεξάγεται σκοτώνεται. Ήταν μόλις 21 χρονών.

Μαρτυρία συναγωνιστή του, αναφέρει ότι τον είδε νεκρό ακουμπισμένο πάνω σ’ ένα πυροβόλο. Λίγο πιο πέρα νεκρός και ο αγαπημένος του αδελφός Σωτήρης.




ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΥΜΙΣΕΣ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 

Ο Σωτήρης και Γιώργος Νικολάου σκοτώθηκαν στις μάχες του Συγχαρί στις 23 Ιούλιο του 1974 μαζί με δεκάδες άλλους στρατιώτες και έφεδρους. Ο Γεώργιος Π. Σέργης στο βιβλίο του «Η μάχη της Κύπρου» περιγράφει μια σειρά από τραγικά λάθει τα οποία οδήγησαν στην καταστροφή της 181 ΜΠΠ ομάδας με την οποία ήσαν τα δυο αδέλφια. Χαρακτηριστικά αναφέρει: 

«Η αναχώρησε της ομάδας από το χώρο τάξεώς της άρχισε με σημαντική καθυστέρηση μετά τη λήψη της σχετικής διαταγής. Πρώτη αναχώρησε η 181 ΜΠΠ(-). Την ακολούθησε η 191 ΠΟΠ. Κινήθηκαν και οι δύο προς ανατολάς ακολουθώντας το χωματόδρομο, ο οποίος περνούσε κοντά από το χώρο τάξεώς τους, χωρίς να τον έχουν προηγουμένως αναγνωρίσει. Δεν άργησαν όμως να αντιληφθούν ότι ήτο αδιέξοδος, και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν πίσω.
Η αναστροφή της κινήσεως της φάλαγγος των οχημάτων δεν ήτο εύκολη, διότι το έδαφος δεν διευκόλυνε την έξοδό τους από το χωματόδρομο, και υπεχρεώθησαν να στρέψουν τα οχήματα προς τα πίσω επί τόπου. Ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσίασε η αναστροφή των πυροβόλων, διότι έπρεπε να αποσυνδεθούν από τα ρυμουλκά τους, να περιστραφούν και να επανασυνδεθούν σ’ αυτά με τα χέρια. Για όλες αυτές τις εργασίες (μανούβρες) καταναλώθηκε αρκετός χρόνος.

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά με την αδικαιολόγητη κίνηση της ομάδος προς ανατολάς, η τουρκική μοίρα καταδρομών, η οποία ευρίσκετο στον υψοδείκτη 800 και ανατολικότερα, εγκαθιστούσε ενέδρα για να την υποδεχθεί. Η ενέδρα αποτελείτο από τμήματα, τα οποία ετοποθετήθησαν από τη διάβαση Πέλλα Παΐς και δυτικότερα παραλλήλως και βορείως της οδού Πέλλα Παΐς-Συγχαρί σε μικρά απόσταση από αυτή μέχρι προ της διασταυρώσεως προς το Κάτω Δίκωμο. 200μ περίπου προ της διασταυρώσεως αυτής τάχθηκε ένα άλλο τμήμα με μέτωπο προς τη διάβαση Πέλλα Παΐς.

Όταν η φάλαγγα της ομάδος της μοίρας έφθασε στο ύψος του χώρου τάξεως, το οποίο είχε εγκαταλείψει, συνέχισε τη κίνησή της προς το Συγχαρί. Όταν η κεφαλή της επλησίαζε τη διασταύρωση προς το Κάτω Δίκωμο, προσεβλήθη από την ενέδρα κατά μέτωπο και από το δεξιό πλευρό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Και οι δύο μονάδες πυροβολικού ευρίσκοντο σε πολύ δυσχερή θέση από απόψεως εδάφους επί των οχημάτων. Υπέστησαν επίθεση και κατεστράφησαν ολοσχερώς. Μεταξύ των νεκρών ήτο και ο διοικητής της μοίρας, ενώ ο υποδιοικητής της συνελήφθη αιχμάλωτος, και οδηγήθηκε στη Τουρκία. Ο διοικητής της πυροβολαρχίας κατόρθωσε να σωθεί.

Για τη τύχη του διοικητού της μοίρας υπάρχει και άλλη εκδοχή. Μετά από μερικά χρόνια επεστράφη στη σύζυγό του η βέρα του, και τη φέρει έκτοτε στο δάκτυλό της με τη δική της. Αυτό τη κάνει να πιστεύει, ότι ο σύζυγός της είναι και αυτός μεταξύ των αγνοουμένων.

Από το λοιπό προσωπικό των ανωτέρω μονάδων εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν αρκετοί. Πολλοί όμως άλλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν και να σωθούν λόγω του σκότους.

Η καταστροφή της 181 ΜΠΠ (-) και της 191 ΠΟΠ οφείλεται σε σειρά παραλείψεων και αδυναμιών. Εάν ο διοικητής πυροβολικού ζητούσε δι’ ασυρμάτου ή τηλεφωνικώς την έγκριση από το ΓΕΕΦ να ματατοπίσει αμέσως τις μονάδες αυτές, όταν έφθασε στο χώρο τάξεώς τους, και το ΓΕΕΦ ενέκρινε τη μετατόπισή τους χωρίς καθυστέρηση, θα εσώζοντο ασφαλώς και οι δύο μονάδες από τη καταστροφή. Ητο η τελευταία ευκαιρία να σωθούν και χάθηκε. »

Είναι επίσης τραγικό ότι χρειάστηκαν 26 ολόκληρα χρόνια για να ενημερωθεί η οικογένεια Νικολάου για τη τύχη του Σωτήρη και του Γιώργου. Εκατοντάδες άλλοι συνάνθρωποι μας ακόμη δεν γνωρίζουν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι 38 ολόκληρα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή.

ΑΓΑΠΟΥΣΑΝ ΜΕ ΠΑΘΟΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.
Του Πέτρου Νικολάου 

«Όταν έσπασε το μέτωπο της Κερύνειας, ο Κόκος και ο Σωτήρης, κατέληξαν στο Μπελαμπάις. Ήταν Τρίτη μεσημέρι. Εντούτοις αποφασίστηκε να φύγουν όλοι οι στρατιώτες γιατί αν του συλλάμβαναν οι Τούρκοι υπήρχε κίνδυνος να τους εκτελέσου. Ο Σωτήρης ανήκε σε μονάδα του πυροβολικού, ενώ ο Κόκος ήταν πεζικάριος. Όταν λοιπόν, πάρθηκε η απόφαση εκείνη, πήραν τους δρόμους μέσω του βουνού και έφτασαν στην 181η Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, που έγραψε τη δική της ιστορία στον πόλεμο.

Το απόγευμα η 181 Μ.Π.Π. έπεσε σε ενέδρα. Κοιτάχτε δε τι παιχνίδια παίζει η μοίρα. Εκείνο το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, έβλεπα, από τη θέση που βρισκόμουνα μεγάλες φωτιές. Σίγουρα οι φωτιές οφείλονταν στον βομβαρδισμό της φάλαγγας. Εκεί βρίσκονταν και τα αδέλφια μου.

Ο Κόκος ήταν παρορμητικός. Ενεργούσε ενστικτωδώς πολλές φορές. Αγαπούσε παθολογικά τη μητέρα μας. Μοιάζουν και φυσιογνωμικά. Ήταν γεροδεμένος και αθλητικός τύπος. Σου γέμιζε αμέσως το μάτι. Ευγενικός και καλοσυνάτος. Σπούδαζε αρχιτεκτονική στις σχολές ‘Δοξιάδη’ στην Αθήνα. Κατά κάποιο τρόπο ακολουθούσε το δρόμο του πατέρα μας, ο οποίος ήταν εργολάβος. Θα μπορούσα να πω ότι ήθελε να συνεχίσει την παράδοση. Ήταν οπωσδήποτε καλός μαθητής, μελετηρός και ανήσυχος. Κυνηγούσε πάντα της γνώσεις. Ήθελε να μαθαίνει όσα περισσότερα γινόταν.

Ο Σωτήρης ήταν ανέμελος. Οι κουβέντες του λίγες αλλά σταράτες. Δεν κρυβόταν πίσω από το δάκτυλό του ούτε υποκρινόταν. Έλεγε χωρίς περιστροφές αυτό που σκεφτόταν αλλά ποτέ δεν πρόσβαλλε τον άλλο. Εργαζόταν στη Λευκωσία. Λάτρευε την ποδηλασία και, γενικά, τον αθλητισμό. Του άρεσαν οι εργασίες. Ήταν αυτό που λέμε μάστορας. Έφτιαχνε διάφορες κατασκευές τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο, όπου αποτελούσε το δεξί χέρι του διευθυντή. Ο Κόκος και ο Σωτήρης αγαπούσαν με πάθος τη θάλασσα Πηγαίναμε θυμάμαι, όλη η οικογένεια πίσω από το Κάστρο, σε ένα βραχώδες μέρος και εκεί περνούσαμε υπέροχα. Το περιβάλλον ήταν ειδυλλιακό και αυτό, ειδικά για το Σωτήρη ο οποίος είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία για την ομορφιά της φύσης, αποτελούσε θαυμάσιο κίνητρο για να εμπλουτίζει τις γνώσεις του.

Εκεί στα βραχάκια μαζευόμασταν όλοι, και ήταν εικόνες που με συνοδεύουν έως και σήμερα. Γενικά, ο Κόκος και ο Σωτήρης ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι, καλλιεργημένοι, έτοιμοι να βοηθήσουν τους πάντες και, όπως αποδείχτηκε, έτοιμοι να πεθάνουν για τα ιδανικά τους που, για μένα, είναι και η σημαντικότερη παρακαταθήκη που μας έχουν αφήσει.»

ΚΑΤΑΘΕΣΗ 
Λεωνίδα Σάββα Λεωνίδα της 181 ΜΠΠ 22-7-2000.

«Το Σωτήρη Νικολάου τον γνώριζα από τον καιρό που υπηρετούσαμε μαζί στο Πυροβολικό στο Βόσπορο (περιοχή ανατολικά της Κερύνειας 2-3 μίλια).

Στις 23 Ιουλίου 1974 ήμασταν σε περιοχή κοντά στο χωριό Συγχαρί στον Πενταδάκτυλο. Ήμουν στην 181 ΜΠΠ. Στην περιοχή, το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, είδα το Σωτήρη με τον αδελφό του Γιώργο (Κόκο) να κατεβαίνουν από το βουνό. Είχαν έλθει από την άλλη μεριά του βουνού το Μπέλλα-Πάϊς. Τον ρώτησα πώς είναι η κατάσταση στην Κερύνεια-Μπέλλα-Πάϊς και μου είπε: «είναι δράμα η κατάσταση».

Γύρω στις 6-7 μ.μ. ανεβήκαμε στα αυτοκίνητα που έσυραν τα πυροβόλα για να αποχωρήσουμε, γιατί η περιοχή ήταν ακάλυπτη και δεν υπήρχε πεζικό. Οι τούρκοι μας έστησαν ενέδρα. Μας έριχναν με όλμους και με άλλα πυροβόλα όπλα. Τα 3-4 πρώτα αυτοκίνητα της φάλαγγας του πυροβολικού κτυπήθηκαν και πήραν φωτιά. Ο διοικητής σκοτώθηκε. Όσοι ήσαν σε αυτά τα αυτοκίνητα δεν έμεινε κανένας ζωντανός. Κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα αλλά δεν μπορούσαμε να προφυλαχθούμε από τα καταιγιστικά πυρά των Τούρκων. Εκείνοι με τα αυτόματα, εμείς με τα μαρτίνια... Συνεχώς έπεφταν όλμοι.

Είδα το Σωτήρη σκοτωμένο με μία σφαίρα στο κεφάλι. Ήταν 2-3 μέτρα έξω από το δρόμο. Ο αδελφός του Γιώργος Νικολάου ήταν πληγωμένος μέσα στο χωράφι. Φαίνεται ότι τον κτύπησε όλμος. Φώναζε βοήθεια, βοήθεια. (Ο Σωτήρης εκείνη την ώρα ήταν ζωντανός. Ύστερα τον κτύπησαν). Ήθελε ο Γιώργος νερό. Δεν είχαμε, ούτε μπορούσαμε να πλησιάσουμε να του δώσουμε...

Οι Τούρκοι μας περικύκλωσαν και μας καλούσαν να παραδοθούμε. Μας καλούσαν στα αγγλικά και στα ελληνικά. Παραδοθήκαμε 30-40 άτομα (μεταξύ τους και εγώ). Μας συγκέντρωσαν 100 μέτρα μακριά προς το βουνό. Μας έδεσαν με τα κορδόνια των παπουτσιών. Μας λεηλάτησαν (έκλεψαν) και μας έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Διοικητής τους όμως δεν τους άφησε...

Όπως περπατούσαμε βλέπαμε τους σκοτωμένους και τους πληγωμένους. Είδα το Γιώργο. Τον είδα ακουμπισμένο πάνω στο πυροβόλο. Τα μάτια του ήταν ανοικτά, αμίλητος με μεγάλο τραύμα στην κοιλιά και καταματωμένο το πουκάμισο του. Ο Γιώργος για να πάει στο πυροβόλο πρέπει να πέρασε συρτός δίπλα από το σκοτωμένο αδελφό του Σωτήρη. Θα τον είδε σκοτωμένο. Ακούμπησε πάνω στο πυροβόλο.
Μας έβαλαν στην γραμμή και μας οδήγησαν προς την περιοχή του Δικώμου-Αγύρτας. Πίσω μας ακούαμε συνεχώς πυροβολισμούς. Φαίνεται ότι σκότωναν τους πληγωμένους. Στην περιοχή σκοτώθηκαν γύρω στα 80-100 άτομα.»

Ηρώων Μνήμη
Του Πέτρου Νικολάου

Επιμνημόσυνος λόγος που εκφωνήθηκε στο πρώτο μνημόσυνο των ηρώων, που τελέστηκε στις 6 Αυγούστου του 2002. Ως τότε ήταν καταχωρημένοι στον κατάλογο των 1619 Αγνοουμένων.

Μέσα σε όλμων και οβίδων κρότους,χάθηκαν νιάτα μες στον ανθό τους, πάνε λεβέντηδες, πάνε κορμιά,που άγνωστα τα θάψαν στην ερημιά.Κανείς δεν ξέρει πού τα ‘χουν θάψει.Κανείς δεν πήγε, για να τα κλάψει.Κανείς δεν έκαψε γι’ αυτά λιβάνι.Κανείς δεν έπλεξε γι αυτά στεφάνιανώνυμοι ήρωες, άγνωστοι τάφοικανένα όνομα σ’ αυτούς δεν γράφει...

Αδελφέ μου, Σωτήρη, αδελφέ μου Κόκο,Αγαπημένοι μας.

Ήρθαμε σήμερα όλοι μας,η μάνα, ο πατέρας, ο μεγάλος αδελφός, οι αδελφές σας, οι συγγενείς, γνωστοί και φίλοι.

Στεκόμαστε μπροστά σε δύο φωτογραφίες, που για μαςακριβοί μου -- συγχώρα με θεέ μου -- είναι σαν τα εικονίσματα.

Δεν έχουμε τάφοδεν έχουμε λιβάνι,δεν έχουμε καντήλι,δεν έχουμε σταυρό,μονάχα δυο φωτογραφίεςμαυρόασπρες κι αυτέςπου τις αγκαλιάζουμε και που τις προσκυνάμε...

Αγαπημένα μας αδέλφια,ήλθαμε δω σήμερα για να σας μνημονέψουμε,ν’ αναπαυθεί η ψυχή σας.Το ξέρω. Όλοι το ξέρουμε.Πολύ βασανιστήκατε.

Δεν είναι δα και λίγα 26 χρόνια από τότε, κι ήσασταν μόλις 23 χρονών, Σωτήρη μου, λεβέντη μου... 21 χρονών, Κόκο μου, παλληκάρι μου.Σας είδα ψες στ’ όνειρό μου.Ξέρετε όλοι μας σας βλέπουμε τακτικά: Η μάνα Μερόπη, ο γέρο Σωκράτης, τ’ αδέλφια σας.Σας είδα λοιπόν πιασμένους χέρι-χέρι ψηλά στον Πενταδάκτυλο να περπατάτε αμίλητοι και ν’ αγναντεύετε την Κερύνεια. Σας είδα με τα ρούχα αιματωμένα, με τα ρούχα ξεσκισμένα, κουρασμένους, διψασμένους, μα όρθιους να συνεχίζετε το δρόμο σας. Το πρόσωπό σας έλαμπε σαν να’ σασταν αγγέλοι.Σας λέω: «Πάρτε με μαζί σας».Δεν μου απαντήσατε. Μόνο μου είπατε:-Πάμε στην Κερύνεια. Κατεβαίνουμε κάθε βράδυ στην Κερύνεια.-Πάμε στο σπίτι μας, μου λέει ο Κόκος, πάμε στο πατρικό μας, παίρνουμε τους δρόμους και τις γειτονιές, δε βρίσκουμε κανένα. Όλα είναι ξένα. Τόσο ξένα...-Δεν είναι η Κερύνεια που ξέρουμε, μου λέει ο Σωτήρης. Αυτή είναι μια άλλη Κερύνεια.-Πότε θα ’ρθεις, πότε θα ’ρθετε όλοι σπίτι μας; Μου λέει ο Κόκος. Δεν τους απάντησα. Τι να τους πω; Ντράπηκα και έκλαψα. -Μα γιατί τα μάτια σας είναι κόκκινα; Τους λέω για ν’ αλλάξω κουβέντα. 

-Είναι από τον ήλιο και τη σκόνη, μου λέει ο Σωτήρης.Εγώ όμως ξέρω γιατί.Και σιωπώ...

Ο Σωτήρης τότε συνέχισε:

-Κάθε βράδυ πριν φύγουμε από την Κερύνεια περνούμε από το Κοιμητήριο. Είναι σπασμένοι οι σταυροί. Μα εμείς ξέρουμε πού είναι ο τάφος του μικρού αδελφού μας του Σιμάκη. Βάζουμε κάθε βράδυ ένα αγριολούλουδο, φιλούμε το μάρμαρο και φεύγουμε. Είμαστε βιαστικοί. Πρέπει να προλάβουμε τη μάνα μας πριν ξημερώσει. Μας περιμένει η μάνα μας στη Νήσου. 

Περιμένουμε να κοιμηθεί. Περνούμε αθόρυβα την πόρτα, μην την ξυπνήσουμε! Μόλις την πήρε ο ύπνος. Την φιλούμε, της σκουπίζουμε τα δάκρυα, την αγκαλιάζουμε, της χαϊδεύουμε το χέρι, νιώθουμε το βαθύ αναστεναγμό της και την ανακούφισή της. Χαιρετούμε και τον πατέρα μας, στ’ όνειρό του μας λέει να προσέχουμε στο δρόμο, μάς δίνει την ευχή του, κι ερχόμαστε πάλι πάνω στο βουνό. Ο Πενταδάκτυλος μάς θέλει κοντά του. Πρέπει να πάμε πριν βγει ο ήλιος. Πάμε τώρα...

-Στο καλό, τους λέω ψιθυριστά. Θα ’ρθω κι εγώ μια μέρα εκεί να δω τον τόπο που μένετε, σας το υπόσχομαι. Να ’ρθω να φιλήσω το ματωμένο χώμα, Να ‘ρθω να κλάψω ένα αλλιώτικο κλάμα απ’ το σημερινό!-Το όνειρο τέλειωσε...

Τώρα στεκόμαστε μπροστά σε δυο μαυρόασπρες φωτογραφίες και σας μνημονεύουμε, αδέλφια μας.

Το ξέρουμε, το καταλαβαίνουμε ότι οι ψυχές σας φτερουγίζουν γύρω μας ανάλαφρες, ανάερες. Μας χαιρετάτε, σας χαιρετούμε, δε θέλουμε να λυπάστε, αρκετά λυπηθήκατε, δεν θέλουμε να βασανίζεστε, αρκετά βασανιστήκατε. Θέλουμε να αναπαυθείτε. Γι αυτό και προσευχόμαστε στο θεό να σας έχει πάντα κοντά του. Γιατί ήσασταν πάντα τίμια παιδιά. Γιατί ήσασταν πάντα ωραία παιδιά. Γιατί ήσασταν γενναία παιδιά...


Ελεύθεροι, στην Κερύνεια (τους)

Του Πέτρου Χατζηχριστοδούλου 
Στήλη «Πετρολογώντας», Εφημερίδα “GOAL News,” 21 Ιουλίου, 2010

Είχαν ήδη ξεμπερδέψει με τη στρατιωτική θητεία το 1974. Ζωγράφιζαν με τη νεανική αισιοδοξία τους τις επόμενες σελίδες του μέλλοντός τους.

Στα 23 ο Σωτήρης, ηλεκτρολόγος. Φρεσκοαρραβωνιασμένος με τη Μαρία-τρία χρόνια ήδη επίσημη αγαπημένη του. Στα 21 ο μικρότερος αδελφός του, Κόκος. Φοιτητής. Ίσα που είχε τελειώσει το πρώτο έτος-Αρχιτεκτονική-στην Αθήνα.

Έφεδροι, έτρεξαν απνευστί στη ζώνη της φωτιάς, όταν η θάλασσα της Κερύνειάς τους άρχισε να ξερνά θηρία. Δαίμονες ανθρωπόμορφους. Όταν ο ουρανός της γέμισε με ιπτάμενα τέρατα. Που σκορπούσαν το θάνατο.

Άνισες μάχες σε προδομένο πόλεμο και… «ο Εφιάλτης φάνηκε στο τέλος. Οι Μήδοι διάβηκαν», την τρίτη ημέρα…

Δεν θα μπορούσαν να την «κοπανήσουν», μέσα στη δίνη της συφοράς; Μισή ώρα απείχε η ασφαλής Λευκωσία απ’ το ημικυκλωμένο Πέλλαπαϊς. Ποτέ!

«Μη, αγάπη μου, θα πέσεις πάνω στους Τούρκους», ικέτευε το Σωτήρη, μέσα στα αναφιλητά της, η Μαρία. Δακρυσμένη προσπάθησε η Ελένη (αμόρε του απ’ το σχολείο), να «λογικέψει» τον Κόκο. Να το βάλουν στα πόδια; Ποτέ! Αποχαιρετιστήριο φιλί, υπόσχεση και όρκος: «Θα βγούμε για αντάρτικο! Θα τους διώξουμε τους γαμημένους! Θα ξαναβρεθούμε στην Κερύνεια, ελεύθεροι».

Σκαρφάλωσαν στον Πενταδάκτυλο. Μαζί με άλλους, παράτολμους. Συνάντησαν, εκεί, την ηρωική άμοιρη (181) Μοίρα (Πυροβολικού). Παρακάτω, στο Συγχαρί, παραμόνευε πάνοπλο ένα ασκέρι των μεχμετζίκ. Κόλαση. Οι εισβολείς θέριζαν με ασταμάτητα πυρά. Οι παγιδευμένοι, αμύνονταν απελπισμένοι. Όσοι κατέθεταν τα όπλα αιχμαλωτίζονταν.

Γαντζωμένος στο οπλοπολυβόλο του, ο Κόκος, δίπλα του «γάζωνε», ο Σωτήρης. Ατρόμητοι, αντιστέκονταν προκαλώντας δέος σε φίλους και εχθρούς.

«Επήαν 18 ως τωρά, ρεεεε!», μετρούσε φωναχτά ο αυθόρμητος Σωτήρης, τους μεχμετζίκ που «έραβε». Πάσχιζε να δώσει θάρρος στους συμπολεμιστές του. Άλλους τόσους εχθρούς (πρέπει να) μέτρησε (από μέσα του), ο Κόκος.
Λερναία ύδρα, σάμπως, οι σατανάδες. Ένας έπεφτε, δύο βλαστούσαν.

Τα πυρομαχικά των εθνοφρουρών εξατμίζονταν, οι ελπίδες εξανεμίζονταν. Με τα βαρύτερα όπλα τους οι πολυπληθέστεροι εισβολείς διέλυσαν την αντίσταση.

Ο Σωτήρης και ο Κόκος, με συγκλονιστικό θάρρος, με σπαρτιάτικη περιφρόνηση προς τον θάνατο, βαστούσαν. Πλάι πλάι. Δύο μυθικοί Ολύμπιοι θεοί, σε μια άνιση μάχη με εκατόγχειρες.

Ο Κόκος, σύρθηκε προς ένα παρατημένο, πιο εκεί, πυροβόλο, ενώ το φρικιαστικό σφύριγμα ενός όλμου, έσκισε την αντάρα της μάχης. Ο μεγάλος αδελφός, γύρισε κι είδε τον μικρότερο ακίνητο, να κρατάει σφιχτά το πυροβόλο. Το πουκάμισό του ήταν βαμμένο με αίμα. Ξεψυχούσε.

Ξεπετάχτηκε απ’ το μετερίζι του. Όρθωσε το πανύψηλό του ανάστημα και η στεντόρεια κραυγή του έσεισε το βουνό! «Ελάτε ρεεεε! Ελάτε γαμώ τες μανάδες, τες πουτάνες».

Αγέρωχος και αλλοπαρμένος, πρόταξε το οπλοπολυβόλο στους μεχμετζίκ, που τον κύκλωναν.

Οι ριπές του μπρεν πνίγηκαν από το πυρ ομαδόν τριάντα τουρκικών FN. Ο Σωτήρης, τρέκλισε, κοίταξε τα κτήνη με περιφρόνηση κι έγειρε δίπλα στον αδελφό του.

Δευτερόλεπτα μετά οι ψυχές και των δυο πέταξαν βόρεια. Ελεύθερες. Στην Κερύνεια τους.

ΠΗΓΗ: https://mkp-archive.blogspot.gr Cyprus History Notch 

http://mkp-archive.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Oσα δημοσιεύματα δεν έχουν την υπογραφή μας αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι την δική μας.Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις,, ή απειλές.

ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ


ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ

ΜΕ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Η γνώση του ιστορικού παρελθόντος είναι απαραίτητη για την εθνική αυτογνωσία ενός λαού. Το blog μας με τρόπο απλό χωρίς να διαστρεβλώνει την ιστορική αλήθεια, φωτίζει με αναδρομές στα γεγονότα σελίδες ιστορίας του μαρτυρικού Λαού της Κύπρου και των Ελλαδιτών και Κυπρίων νεκρών και αγνοουμένων Ηρώων.